ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗΣ της 17ης Ιανουαρίου 2019

Τις τελευταίες ημέρες, πολλοί ιερείς και διάκονοι της Αρχιεπισκοπής μας έχουν λάβει επιστολή από τον Έλληνα Μητροπολίτη της χώρας όπου διαμένουν, δια της οποίας διατάσσονται να διακόψουν την μνημόνευση του οικείου τους Αρχιεπισκόπου, να ενταχθούν στον κλήρο των ελληνικών Μητροπόλεων, να θεωρούν ότι στο εξής, οι ενορίες και οι κοινότητες μας είναι μέρος αυτών των Μητροπόλεων και τελικά τους διατάσσουν να τους διαβιβάσουν όλα τα χρήσιμα έγγραφα και αρχεία της ενορίας.

Περί αυτού του θέματος, το Συμβούλιο της Αρχιεπισκοπής ανατρέχει στο ανακοινωθέν της 30ής Νοεμβρίου 2018 και παρουσιάζει εδώ κάποιες διευκρινήσεις.

Τούτη η παρέμβαση των εκτός της Αρχιεπισκοπής μας επισκόπων στο σώμα της Αρχιεπισκοπής μας, ακόμα κι αν είναι επίσκοποι του ιδίου Πατριαρχείου, είναι μη κανονική βάσει της εκκλησιολογίας και του κανονικού δικαίου: διότι, εν τέλει, ο Ιερώτατος Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης είναι ο μόνος κανονικός επίσκοπος που κατευθύνει και ποιμαίνει τις ορθόδοξες ενορίες ρωσικής παράδοσης στη Δυτική Ευρώπη. Στις 28 Μαρτίου 2016, εξελέγη κανονικά από την Έκτακτη Γενική Συνέλευση της Αρχιεπισκοπής, που αποτελείται από το σύνολο των κληρικών και των λαϊκών αντιπροσώπων των ενοριών που απαρτίζουν το εκκλησιαστικό μας σώμα. Στις 22 Απριλίου 2016, η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου ενέκρινε την εκλογή αυτή. Από εκείνη τη στιγμή ο Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης ανέλαβε τα καθήκοντά του κατά τρόπο αμετάκλητο. Έκτοτε, ούτε παραιτήθηκε, ούτε ζήτησε καθ’ οιονδήποτε τρόπο να συνταξιοδοτηθεί ή να τεθεί σε διαθεσιμότητα και παραμένει, εξ ορισμού από το επισκοπικό λειτούργημα, το όργανο της Καθολικότητας της Επισκοπής και ο Πρόεδρος του Νομικού Προσώπου που δίνει την νομική οντότητα βάσει του γαλλικού δικαίου επικυρώνοντας την κοινωνία όλων των ενοριών και κοινοτήτων της Αρχιεπισκοπής.

Όπως όλοι οι προκάτοχοί του, από τον Μακαριστό Μητροπολίτη Ευλόγιο και σε όλες τις χώρες όπου είναι εγκατεστημένες ενορίες του, ο Ιερώτατος Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης τελεί τη Θεία Ευχαριστία της Εκκλησίας στην καθολικότητα, καθώς και όλα τα Μυστήρια. Προΐσταται του καθαγιασμού των ιερών ναών και των αντιμηνσίων, χειροτονεί σε κάθε βαθμό της εκκλησιαστικής διακονίας εντός της Αρχιεπισκοπής μας. Ως εν ενεργεία επίσκοπος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως συμμετείχε ακόμη πρόσφατα στην Σύναξη της Ιεραρχίας του Οικουμενικού Θρόνου και το 2016 συμμετείχε στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Είναι αδιαμφισβήτητη η ιδιότητά του ως μοναδικού επαρχιούχου επισκόπου της Αρχιεπισκοπής μας, τόσο ιεροκανονικά όσο και νομικά, όπως το επιβεβαιώνει ο επίσημος Καταστατικός Χάρτης της Αρχιεπισκοπής.

Ο Καταστατικός Χάρτης της Αρχιεπισκοπής τυγχάνει γνωστό στο Πατριαρχείο και έχει εγκριθεί κατ΄ επανάληψη από την Ιερά Σύνοδο από το 1931. Στην τρέχουσα επικαιροποιημένη έκδοση του Καταστατικού Χάρτη, έχουν ιδιαίτερη σημασία τα κάτωθι άρθρα:

Άρθρο 11

Η Αρχιεπισκοπή και τα συλλογικά της Μέλη [ενορίες και μοναστήρια] τίθενται υπό την διοικητική εξουσία και την πνευματική, ποιμαντική και ηθική καθοδήγηση, ενός κυρίαρχου επισκόπου έχοντας το αξίωμα και τον τίτλο του Αρχιεπισκόπου ο οποίος έχει αναφορά στην Αυτού Παναγιότητα τον Οικουμενικό Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Ο Αρχιεπίσκοπος είναι ο Πρόεδρος της Αρχιεπισκοπής.

Άρθρο 40

Ο Αρχιεπίσκοπος ασκεί τα καθήκοντά του δια βίου. Μπορεί, ωστόσο, να αποσυρθεί από την διεύθυνση της Αρχιεπισκοπής μετά από διαβούλευση με την Επισκοπική Επιτροπή και το Συμβούλιο της Αρχιεπισκοπής. Εξ΄άλλου, δεν μπορεί να απομακρυνθεί από τα καθήκοντά του παρά μόνο ύστερα από κρίση του αρμόδιου ανώτερου εκκλησιαστικού δικαστηρίου, δηλαδή της Πατριαρχικής Ιεράς Συνόδου.

Οι διατάξεις αυτές δεν επιτρέπουν καμμία άλλη ερμηνεία των πραγμάτων: οι κληρικοί της Αρχιεπισκοπής μας πρέπει να συνεχίσουν τον τρόπο λειτουργικής μνημόνευσης όπως εφαρμόζεται ανέκαθεν και όπως ισχύει σε όλες τις ενορίες και τις μονές που βρίσκονται υπό την άμεση αναφορά στον Ιερώτατο Αρχιεπίσκοπο Ιωάννη. Όλοι οι διοικητικοί φάκελοι της επαρχίας είναι ενημερωμένοι στην Αρχιεπισκοπή και για υποχρεωτικούς νομικούς λόγους δεν μπορούν να μεταφερθούν σε άλλη εκκλησιαστική εξωτερική αρχή χωρίς βάσιμο λόγο.

Στις 27 Νοεμβρίου 2018 το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποφάσισε την ανάκληση του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου της 19ης Ιουνίου 1999, η οποία έδινε στην Αρχιεπισκοπή την ιδιότητα Πατριαρχικής Εξαρχίας. Αν και το Συμβούλιο της Αρχιεπισκοπής εκφράζει τη λύπη του για την άνευ άλλης συνεννόησης, μονομερή λήψη αυτής της απόφασης, αναγνωρίζουμε ότι το Πατριαρχείο είχε το δικαίωμα να λάβει αυτή την απόφαση. Εμείς ωστόσο δεν μπορούμε να εκλαμβάνουμε την άρση της ιδιότητας της Πατριαρχικής Εξαρχίας ως «διάλυση της Αρχιεπισκοπής», σύμφωνα με την υποτιμητική έκφραση που χρησιμοποιείται από ορισμένες πηγές του διαδικτύου. Η απόφαση της 27ης Νοεμβρίου, του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως αποτελεί μια μονομερή ενέργεια (άρση του Τόμου του 1999) καθώς και μια διμερή (αν όχι τριμερή) ενέργεια (την πρόσκληση να ενσωματωθούν οι ενορίες της Αρχιεπισκοπής στις ελληνικές Μητροπόλεις για τις οποίες δεν γνωρίζουμε αν έχουν οι ίδιες ερωτηθεί για το θέμα αυτό). Αυτό όμως που είναι πολυμερές πρέπει αναγκαστικά να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης συλλογικά από τις ενορίες και ατομικά από τους κληρικούς της Αρχιεπισκοπής. Κανείς δεν μπορεί να προδικάσει την εκκλησιαστικώς θεμελιώδη πράξη που συνιστά η λήψη μιας απόφασης από έξωθεν πηγή.

Πράγματι, η τυχόν διάλυση της Αρχιεπισκοπής η οποία ιδρύθηκε το 1921 (δηλαδή πριν ακόμη την υποδοχή της στους κόλπους του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως) είναι αποκλειστική αρμοδιότητα της Γενικής Συνέλευσης, η οποία συνεκλήθη για την 23η Φεβρουαρίου τρέχοντος έτους με αποκλειστικά ένα θέμα στην ημερήσια διάταξη: την συζήτηση επ’ αυτής της αποφάσεως του Πατριαρχείου.

Όπως το Οικουμενικό Πατριαρχείο συμμορφώνεται για την τοπική του λειτουργία στην Τουρκία, με το, ενίοτε πολύ περιοριστικό, νομοθετικό καθεστώς της Τουρκικής Δημοκρατίας, έτσι το ίδιο πάντοτε ενθάρρυνε την Αρχιεπισκοπή μας να οργανωθεί σύμφωνα με τις νομοθεσίες των χωρών στις οποίες είναι εγκατεστημένες οι ενορίες μας και να τις σέβεται πλήρως. Μακράν πάσης αποκλίσεως από την ορθή οργάνωση της Εκκλησίας, ο σεβασμός των θεσμοθετημένων διαδικασιών αποτελεί την ασφαλέστερη κανονική εφαρμογή που εμπνέεται άμεσα από το ορθόδοξο ήθος.

Η Αρχιεπισκοπή μας είναι σήμερα, de jure, στη θέση που ήταν πριν από την υποδοχή της στους κόλπους του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Εκ των πραγμάτων, όμως, δεν θα θέλαμε αυτή η μακρά και επιτυχημένη περίοδος να περατωθεί χωρίς μια ανθρώπινη εκ του σύνεγγυς επαφή των εκπροσώπων της Αρχιεπισκοπής μας με τις αρχές του Πατριαρχείου.

Πράγματι, δεν θα μπορούσαμε ποτέ να βρούμε τις σωστές λέξεις για να εκφράσουμε την ευγνωμοσύνη μας προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο για την κανονική προστασία που μας προσέφερε όλα αυτά τα χρόνια. Η Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως εξασφάλισε τον σεβασμό των ιδιαιτεροτήτων λειτουργίας της Αρχιεπισκοπής μας, η οποία βασίζεται στις αποφάσεις και τα πρακτικά της Συνόδου της Μόσχας του 1917-1918, και είμαστε βαθιά ευγνώμονες γι’ αυτό. Αυτό δείχνει πως η εκκλησιαστική αποστολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου είναι πραγματικά υπερεθνική. Εάν το Οικουμενικό Πατριαρχείο έκλεινε την πόρτα σε οποιοδήποτε ενδεχόμενο να παραμείνει η Αρχιεπισκοπή υπό την αιγίδα του, η Γενική Συνέλευση θα ενεργούσε καταλλήλως. Ωστόσο, ούτε οι Έλληνες Μητροπολίτες της Δυτικής Ευρώπης, ούτε το Συμβούλιο της Αρχιεπισκοπής, ούτε καν ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την Εκκλησιαστική Συνέλευση που πρόκειται να συνεδριάσει επισήμως στις 23 Φεβρουαρίου.

Μέχρι τότε, το Συμβούλιο της Αρχιεπισκοπής καλεί όλα τα εμπλεκόμενα μέρη να σεβαστούν την ειρήνη της Εκκλησίας και τις νομικές διατάξεις που εγγυώνται ότι εντός του Σώματος του Χριστού, «πάντα εὐσχημόνως καὶ κατὰ τάξιν γινέσθω» (Α’ Κορ 14.40). Διότι, όπως πάλι μας το διδάσκει ο Απόστολος Παύλος, «οὐ γάρ ἐστιν ἀκαταστασίας ὁ Θεός, ἀλλὰ εἰρήνης» (Α’ Κορ. 14,33). Το αντίθετο της αταξίας δεν είναι η τάξη, αλλά η ειρήνη.

Retour haut de page
SPIP